Web-Stat hit counters          
           
           
                             
                           

 

Αρχική
Προσωπικά
Βιογραφικό
Άρθρα-Δημοσιεύσεις
Λάκκοι-Ιστορία
Ενδιαφέροντα
Βιβλιοστάσιο
Επικίνδυνα υλικά
Εργονομία
Εργαλεία
Πολυτεκνικό Βήμα
Δημόσια έργα
Μέτρα και σταθμά
Ημερολόγια
Alfavito
Φωνητικό αλφάβητο
Κώδικας Morse
Οικισμοί Κρήτης
Χρήσιμα
Μικρό λεξικό
Ορθογραφία
Στίξη
Αρχαίες μετοχές
Δοτικές
Λατινικές φράσεις
Βιβλιογραφίες
Παραπομπές
Διορθωτικά
Επικοινωνία

 
Μικρό λεξικό ορθογραφικά συγχεόμενων λέξεων της νεοελληνικής γλώσσας
Αισχίνης | αισχύνη
αγονία = στειρότητα, ακαρπία, αφορία | αγωνία
αγνεία: βλ. άγνοια
άγνοια | αγνεία = αγνότητα
αγωνία: βλ. αγονία
αθλητίατρος ( = γιατρός των αθλητών) και όχι αθλίατρος (= γιατρός των άθλων!)
ακατονόμαστος και όχι ακατανόμαστος
αλιτήριος = πονηρός, κατεργάρης | αλίτης, ο = το ορυκτό αλάτι | αλήτης | αλυτάρχης
αλείφω | αλοιφή
αλήτης: βλ. αλιτήριος
αλοιφή: βλ. αλείφω
αλυτάρχης: βλ. αλιτήριος
αμείβω | αμοιβή
αμοιβή: βλ. αμείβω
ανακηρύσσω = κάνω κάτι γνωστό, αναγγέλω επίσημα | αναγορεύω = αποπονέμω δημόσιο αξίωμα ή τίτλο
αναστηλώνω = αποκαθιστώ ερείπιο, αναζωογονώ | αναστυλώνω = στηρίζω με στύλους, αποκαθιστώ ερείπιο, ανασηκώνω, ζωογονώ
αναστήλωση = αποκατάσταση μνημείου, επαναφορά λατρείας ιερών εικόνων | αναστύλωση = στήριξη με στύλους, αποκατασταση μνημείου
ανεξαρτητοποίηση (ανεξαρτητοποιώ) και όχι ανεξαρτοποίηση (ανεξαρτοποιώ)
άνθηση: βλ. άνθιση
άνθιση (<ανθίζω, π.χ. η άνθιση της τριανταφυλλιάς ) | άνθηση (<ανθώ, π.χ. η άνθηση των γραμμάτων και των τεχνών)
ανία: βλ. άνοια
άνοια | ανία
αντεπεξέρχομαι και όχι ανταπεξέρχομαι ή αντιπεξέρχομαι
απαθανατίζω και όχι αποθανατίζω
απεμπόληση = ιδιοτελής απάρνηση, προδοσία | πώληση
απαυδώ (= δεν αντέχω άλλο, εξαντλείται η υπομονή μου)· χρήσιμος ο αόριστος του ρήματος, απηύδησα [απηύδησα να σε συμβουλεύω] και ο παρακείμενος, έχω απαυδήσει [έχω απαυδήσει με τη συμπεριφορά σου].
αποδίδομαι: βλ. αποδύομαι
αποδύομαι = καταπιάνομαι με δύσκολο έργο | αποδίδομαι
αποποιούμαι τις ευθύνες μου και όχι των ευθυνών μου
απορημένος (<απορώ) | απορριμμένος (<απορρίπτω)
απορία: βλ. απόρροια
απορριμμένος: βλ. απορημένος
απόρροια | απορία
απόσειση | απόσυρση
απόσυρση: βλ. απόσειση
αποτείνω: βλ. αποτίνω
αποτάθηκα (όχι αποτάνθηκα): αόριστος  παθητικής φωνής του ρήματος αποτείνομαι = στρέφομαι, απευθύνομαι σε κάποιον ή κάπου.
αποτίνω [ή αποτίω] (φόρο τιμής) | αποτείνω  [= απευθύνω] (το λόγο)
αποφάσισα να ... και όχι αποφάσισα ότι ...
απόφοιτος = αυτός που έχει τελειώσει μια βαθμίδα εκπαίδευσης | τελειόφοιτος = αυτός που βρίσκεται στην τελευταία τάξη μιας βαθμίδας εκπαίδευσης | πτυχιούχος = ο απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης | διπλωματούχος = ο πτυχιούχος και ταυτόχρονα κάτοχος ειδικών ικανοτήτων ή προνομίων
άριος = αυτός που ανήκει στην Αρία χώρα, ο της ινδοευρωπαϊκής ομοεθνίας | άρειος = αυτός που ανήκει στον Άρη, Άρειος Πάγος
αρματολός | αμαρτωλός
αστυφιλία | αστυφύλακας
αυξομείωση | εξομοίωση
αχιβάδα | αμοιβάδα
αψίθυμος | βαρύθυμος
βαρήκοος | βαρύτονος
βίδρα  (ζώο) | Ύδρα
βιοτικός | βιώσιμος, αντιβίωση
βλίτο (το χορταρικό) | βλήμα [πυροβόλου όπλου]
βοριάς | βορράς
βρυγμός [οδόντων] | τριγμός
Βύβλος (όνομα πόλης) | Βίβλος
γαβριάς = έξυπνο και εύθυμο αλητάκι | γαύρος
γειρτός | γυριστός
γένεση | γέννηση
γενετικός = ο σχετικός με τη γένεση (π.χ., η επιστήμη της Γενετικής) | γεννητικός = ο αναφερόμενος στη γέννηση (π.χ., γεννητικά όργανα)
γένια | γενειάδα
γιαλός | γυαλί
γλείφω, γλείφτης = γλοιώδης κόλακας | γλύπτης | γλυφός
γρυ [δεν ξέρει γρυ, δεν έβγαλε γρυ] | γριγρί
δανεικός | δανικός = ο σχετιζόμενος με τη Δανία
δήγμα = δάγκωμα | δείγμα
δηκτικός = αυτός που δαγκώνει | δεικτικός = αυτός που δείχνει
διάλειμμα | διάλυμα
διαπίδυση | πήδημα
διαχείριση | επιχείρηση
δίκαννο | δικανικός
διόδια, τα | διωδία, η = μελωδία από δύο φωνές, ντουέτο
δίστυλος = ο με δύο στύλους | δίστηλος = ο με δύο στήλες (π.χ. άρθρο εντύπου)
δύστυχος [άνθρωπος] | δίστοιχος = ο διατεταγμένος σε δύο σειρές | δίστιχο [ποίημα]
δυστυχία [ανθρώπινη] | διστοιχία [πυραύλων]
εγκλιματίζω | εγκληματώ
έγκλιση (<κλίνω, π.χ. οι εγκλίσεις του ρήματος ... ) | έγκληση = κατηγορία, καταγγελία (< εγκαλώ) | αντέγκληση = ανταλλαγή κατηγοριών (<αντεγκαλώ, π.χ. κατηγορίες και αντεγκλήσεις μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης)
έγκυος [γυναίκα] | έγγειος [ιδιοκτησία]
εγχείρηση [καρδιάς] | εγχείριση = η παράδοση αντικειμένου στα χέρια κάποιου
ειλεός = το κάτω τμήμα του λεπτού εντέρου | ίλεως
έκκληση = κάλεσμα για βοήθεια | έκλυση = απελευθέρωση, χαλάρωση (π.χ., η έκλυση των ηθών) | παρέκκλιση = λοξοδρόμημα (π.χ. δόθηκε άδεια κατά παρέκκλιση)
έλεος | έλαιο
έλκηθρο | ελκύω
ελλιπής | έλλειψη
εγκύπτω = επιδίδομαι με ιδιαίτερο ζήλο | ενσκήπτω = παρουσιάζομαι ξαφνικά | εμπίπτω = βρίσκομαι εντός καθορισμένων ορίων
ενδύματα | υποδήματα | υποδύομαι
ενδοιασμός | συνδυασμός
εναίσιμος = κατάλληλος, που αρμόζει | αινέσιμος = ο άξιος επαίνου (π.χ., αινέσιμη διατριβή) | ενέσιμος (<ένεση, π.χ., ενέσιμο φάρμακο)
έξαλα [πλοίου] | έξαλλος
εξάρτυση = τα ατομικά είδη του στρατιώτη | εξάρτιση = ο εφοδιασμός πλοίου με ξάρτια | εξάρτηση = υποταγή, εθισμός
επήρεια, επηρεάζω | επιρροή
Επιφάνια, τα | επιφάνεια, η
ερειστικός (<έρεισμα) | εριστικός (<έριδα)
ετερόκλητος, ο = ο ανομοιογενής | ετερόκλιτος = αυτός που κλίνεται σε δυο διαφορετικές κλίσεις
ετοιμόλογος | ετυμολογία
έτοιμος | έτυμο, το = η πρώτη ρίζα από την οποία παράγεται μια λέξη
ήττα = αποτυχία | ήτα, το = το γράμμα
θήρα = κυνήγι | θύρα
ιδροκοπώ | ιδρώνω
ίλη [ιππικού, τεθωρακισμένων κτλ.] | ύλη
ίμερος= πόθος, λαχτάρα | ήμερος
ινομύωμα | ομοίωμα
ιός [της γρίπης] | υιός
ιωνικός (<Ιωνία) | ιονικός (<Ιόνιο)
κάλιο, το = το αντίστοιχο μέταλλο | κάλλιο (επίρρημα)
κάλος, ο = ο ρόζος του δέρματος | κάλλος, το = η ομορφιά | κάλως, ο = το παλαμάρι
καμαρότος | καμαρωτός
κάππαρη | καπάρο
καριοφίλι (το όπλο) | καρυοφύλλι (το μπαχαρικό γαρίφαλο, το μοσχοκάρφι)
καρότο | καρωτίδα
κατατρύχω = βασανίζω, καταπονώ | τρίχα
κατατρύχω = υποβάλλω κάποιον σε ταλαιπωρίες και βάσανα, κάνω κάποιον να υποφέρει, βασανίζω, ταλαιπωρώ | κατατρέχω = καταδιώκω, προσπαθώ να βλάψω κάποιον
κατάφωρος | παράφορος
κενός | καινός = καινούργιος
κεραμική | Κεραμεικός
κήλη | κοίλος
κίστη = κιβώτιο | κύστη
κλίμα [εύκρατο] | κλήμα [με σταφύλια] | κλύσμα
κλίνω = γέρνω κτλ. | κλείνω
κλίση (πήρε κλίση = έγειρε}  | κλήση (πήρε κλήση = τον έγραψε τροχονόμος}
κλήδονας | κλύδωνας = μεγάλη θαλασσοταραχή | κλειδωνιά
κλωνισμός (τρόπος αναπαραγωγής χωρίς σπέρμα) | κλονισμός = ταλάντευση, καταστρεπτική διατάραξη
κόλλα | κόλα (το φυτό) | κολάρο
κολόνα, κολονάκι | Κολωνός, Κολωνάκι
κομμός = θρήνος, κοπετός | κομό, το = έπιπλο με πολλά συρτάρια
κορόνα | Κορώνη, κορωνίδα
κορύνα, κορύνη | Κόριννα (λυρική ποιήτρια του 5ου αι. π.Χ.)
κριτικός | κρητικός
κύρωση | κίρρωση (ιατρ., πάθηση του συκωτιού)
κύτος = αμπάρι | κήτος = μεγάλο υδρόβιο θηλαστικό
κώλυμα = εμπόδιο | κόλλημα = συγκόλληση, επικόλληση
κώμα = βαθύς παθολογικός ύπνος | κόμμα
κώμη, η = μεγάλο χωριό | κόμμι, το = κολλώδης ουσία | κόμη, η = τα μαλλιά
λάβρα = η μεγάλη ζέστη | λαύρα = μοναστήρι
λαγός | λαγωχειλία, λαγώχειλος
ληνός = πατητήρι | λινός
λιβάδι | Λιβαδειά
λιγούρα | λυγαριά
λίμα, η = 1. η μεγάλη πείνα 2. εργαλείο λείανσης | λύμα, το = ρευστή ακαθαρσία βόθρων, υπονόμων κτλ.  | λήμμα [λεξικού]
λίρα = το νόμισμα | λύρα = το μουσικό όργανο
λιτός = απλός  | λυτός = λυμένος
λιχνίζω | λύχνος
λοιμός = θανατηφόρα ασθένεια | λιμός = μεγάλη πείνα από έλλειψη τροφίμων
μάννα, το [μάννα εξ ουρανού] | μάνα, η
μειξοβάρβαρος | μυξοκλαίω
μέλλει = πρόκειται (όποιου του μέλλει να πνιγεί ποτέ του δεν πεθαίνει) | μέλει = ενδιαφέρει (δεν με μέλει τι θα γίνει)
μεταχείριση | επιχείρηση
μετόπη | μέτωπο
μισερός = ατελής, ανάπηρος, σακάτης | μυσαρός = σιχαμερός
μίτρα [επισκόπου] | μήτρα
μονοιάζω = συμφιλιώνω | μονιάζω = (για αγρίμια) φωλιάζω
μύλος | Μήλος
νεβρός = το ελαφάκι | νεύρο
νιφάδα [χιονιού] | νύφη, συννυφάδα
νιώθω | νοιάζομαι
νοσηλεία, η | νοσήλια, τα
νώτα, τα | νότα, η
ξηλώνω, αποξηλώνω | ξυλιάζω, ξύλο
οράριο = άμφιο | ωράριο
οσμή | ώσμωση
ότι (ειδικός σύνδεσμος) = ότι, πως | ό,τι (αναφορική αντωνυμία)= οτιδήποτε
όφελος | ωφέλεια
πανόδετος | πανωσέντονο
παραλείφθηκε (<παραλείπω) | παραλήφθηκε (<παραλαμβάνω)
Περδίκκας (στρατηγός του Μ. Αλεξάνδρου) | πέρδικα
περιτειχίζω | εντοιχίζω
περηφάνια | υπερηφάνεια
πετραχήλι | χείλι, χείλος
πηλήκιο | πηλίκο
πήρα = σάκος, ταγάρι | πείρα | πύρα, η = η θερμότητα από τη φωτιά
πιλοτή | πύλη
πίνα, η (θαλασσινό μαλάκιο)  | πείνα
πλόιμος = ο κατάλληλος για πλου | πλωτός
ποικιλία | ποικίλλω
πρηνηδόν | πρύμνη
πυρρόξανθος | πυρά, η
πώληση: βλ. απεμπόληση
πώρωση (ηθική πώρωση) | οστεοπόρωση
ριζότο | ρύζι
ρίμα, η = η ομοιοκαταληξία | ρήμα
ρύπος = βρομιά, ακαθαρσία | ρίπος = η ψάθα | ριπή
ρύση = εκροή, χύσιμο | ρήση = λόγος, ομιλία, απόφθεγμα, ρητό
ρυτό = είδος αγγείου | ρητό = απόφθεγμα, γνωμικό
ρώγα [σταφυλιού, μαστού] | ρόγα = μισθός
σάτιρα | σάτυρος
Σείριος (το αστέρι) | Σύριος = ο από τη Συρία
σεραφικός = αγγελικός | σεραφείμ
σήραγγα | σύριγγα
σήτα = λεπτό κόσκινο | σίτος
σιμίτι = το κουλουράκι | Σημίτης
σινάφι | συναφής
σιντριβάνι | συντρίβω
σκεβρώνω | σκευωρία
σκήνος, το = το σκήνωμα | σκίνος = (είδος θάμνου) το μαστιχόδεντρο | σκοίνος = είδος άγριου βούρλου
σκιλλοκρεμμύδα | σκυλοκαβγάς
σκόρος | σκωρία, η = η σκουριά
σμήγμα | μείγμα
σορός, η = ο νεκρός, το λείψανο | σωρός, ο
σπηλιά | σπιλιάδα = ριπή ανέμου
σπιθούρι = το μικρό σπυρί | σπυρί
σπιράλ | σπείρα | σπυρί
στήλη | στύλος
στίβος | στοίβα
στιφάδο | στυφός
στίχος, ο = η αράδα έντυπου κειμένου | στοίχος, ο = η παράταξη, η αράδα
στοίβα | στίβος
στοίχος, ο = η παράταξη, η αράδα | στίχος, ο = η αράδα έντυπου κειμένου
στρυφνός ή στριφνός = δύστροπος, τραχύς | στριφτός
στυλώνω | αναστηλώνω
στυφός ή στιφός (π.χ., στυφό φρούτο) | στίφος, το = πυκνό πλήθος ανθρώπων ή ζώων
σύγκλιση, η = το αποτέλεσμα του συγκλίνω (π.χ., σύγκλιση απόψεων) | σύγκληση, η = η συγκάλεση (π.χ. η σύγκληση της Βουλής) | σύγκλυση, η = ο κατακλυσμός, η πλημμύρα | σύγκλειση, η = η συνένωση δύο πραγμάτων, ώστε να μην υπάρχει ενδιάμεσο κενό (π.χ. η σύγκλειση των λιθοσφαιρικών πλακών)
σύγχυση = μπέρδεμα, ανακάτεμα, νοητική διαταραχή (οι αντιφάσεις του δημιούργησαν σύγχυση στο ακροατήριο) | σύγχιση = ψυχική αναστάτωση, εκνευρισμός, ταραχή ( αποφύγετε τις συγχίσεις)
σύμπηξη = 1. στέρεη σύνδεση – 2. συγκρότηση, ίδρυση | σύμπτυξη
συνιστώ: βλ. συστήνω
συστήνω = παρουσιάζω κάποιον σε κάποιον άλλον για να γνωριστούν | συνιστώ = δίνω συμβουλή, υπόδειξη· ιδρύω, συγκροτώ, σχηματίζω, συναποτελώ· υποδεικνύω ως κατάλληλο
σφήκα | Σφίγγα (το μυθικό τέρας)
σύριος, ο = ο καταγόμενος από το νησί Σύρος, ο συριανός | σύρος, ο = ο καταγόμενος από την Συρία
τανύζω | ταλανίζω
τελώνιο | τελωνείο
τηγανητός | τηγανίτα
Τίρανα | τύραννος
Τιφλίδα | τυφλός
τοίχος, ο | τείχος, το
τρίμμα, το = μικρό κομμάτι, θρύμμα | τρήμα, το = η οπή, η τρύπα
τριφύλλι | Τριφυλία
ύβος, ο = η καμπούρα | ήβη
υποκλυσμός | υπόκλιση
υποδόριος = ο κάτω από το δέρμα | υποδώριος (μουσικός όρος)
φάσσα, η (το πουλί) | φάσα, η = λουρίδα υφάσματος
φορείο | φωριαμός
φρεάτιο | Φρεαττύδα
χαοτικός | χαώδης
χείρα [βοηθείας] | χήρα
χερουβικός | χερουβείμ
Χιλή | χηλή (η οπλή του αλόγου)
Χιμάρα | χείμαρρος
χιμάω | χύμα
Χρίστος | χρηστός
χύλωμα = η μετατροπή σε χυλό | χείλωμα = χείλος που προεξέχει γύρω από επιφάνεια
χοίρος | χήρος
χορικός = ο του χορού | χωρικός
ψιλή [κυριότητα] | υψηλή [ποιότητα]
ψίχα [του ψωμιού, του καρυδιού κτλ.] | ψυχή
ωδίνες [τοκετού] | οδύνη
ώσμωση | οσμή
ωφελώ | οφείλω


© 2003-2010 Μπάμπης Κουτρούλης. Η επίσκεψη στις σελίδες αυτές προϋποθέτει την αποδοχή των «Όρων Χρήσης»