|
|
|
|
|
|
Λεξικό ελληνικών
μονάδων μέτρησης |
| παλάμη, η |
Μονάδα μήκους ίση με το 1/10 του μέτρου |
| παλαστή, η |
[Αρχαία Ελλάδα] Μονάδα μήκους, υποδιαίρεση του πήχυ,
ίση με 74,8 χιλιοστά. Ένας κοινός πήχυς είχε 6 παλαστές και κάθε
παλαστή υποδιαιρούνταν σε 4 δακτύλους. |
| παρασάγγης, ο |
[Αρχαία Ελλάδα] Μονάδα μέτρησης μεγάλων αποστάσεων.
Ισοδυναμούσε με 30 στάδια, δηλαδή
5.250 μέτρα περίπου. |
| πήχη, η
πήχυς, ο
πήχης, ο |
Ανθρωπομετρική μονάδα μήκους, η απόσταση από τον
αγκώνα μέχρι το άκρο του χεριού. εμπορικός πήχης: Μονάδα μήκους
ίση με 64 εκατοστά του μέτρου.
τεκτονικός πήχης: Μονάδα μήκους ίση με 75 εκατοστά του μέτρου. |
| πιθαμή, η |
η πιθαμή ή η σπιθαμή: ανθρωπομετρική
μονάδα μήκους, η απόσταση ανάμεσα στα άκρα των τεντωμένων δακτύλων
αντίχειρα και μικρού, ίση με 18 εκατοστά περίπου. |
| πίκα, η |
[Μαγειρική] μικρή ποσότητα τριμμένου πράγματος, η
πρέζα. |
| πινάκι, το |
[Κρήτη] Μονάδα χωρητικότητας σιτηρών, το 1/2 του
μουζουριού. [Σκιάθος] Μονάδα μέτρησης επιφανείας καλλιεργήσιμων
χωραφιών. |
| πλέθρον, το |
[Αρχαία Ελλάδα] Μέτρο μήκους, το 1/6 του σταδίου,
ίσο με 30,82 μέτρα. Επίσης μέτρο επιφανείας ίσο με 950 τετραγωνικά
μέτρα. |
| πόδι, το |
Ανθρωπομετρική μονάδα μήκους, ίση με το μήκος του
ποδιού (πέλματος) ενήλικου άνδρα, που διαφέρει κατά εποχές και
λαούς. πόδι αγγλικό: μονάδα μήκους του αγγλοσαξονικού συστήματος
μονάδων, ίσο με 30,48 εκατοστά. |
| πόντος, ο |
Το ένα εκατοστό του μέτρου. |
| πρατικό, το |
[Κρήτη] Ογκομετρικό δοχείο και μονάδα μέτρησης
ξηρών. Το 1/2 του πινακιού ή το 1/4 του μουζουριού. |
| πρέζα, η |
[Μαγειρική] Μικρή ποσότητα πράγματος. |
|