Έκπτωση αναδόχου
Σχετική νομοθεσία Παρατηρήσεις
#47 ΠΔ. 609/85 Καταργήθηκε με το #12 §3.η του Ν. 3263/2004

1. Αν ο ανάδοχος δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή δεν συμμορφώνεται με τις γραπτές εντολές της υπηρεσίας που του δίνονται σύμφωνα με τη σύμβαση ή το νόμο, μπορεί να κηρυχθεί έκπτωτος από την εργολαβία. Ιδιαίτερα ο ανάδοχος μπορεί να κηρυχθεί έκπτωτος αν καθυστερήσει την έναρξη των εργασιών ή την υποβολή του χρονοδιαγράμματος ή καθυστερεί την πρόοδο των εργασιών ώστε να είναι προφανώς αδύνατη η εμπρόθεσμη εκτέλεση του έργου ή αν οι εργασίες του είναι κατά σύστημα κακότεχνες ή τα υλικά που χρησιμοποιεί δεν ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές αν δεν εφαρμόζει τα εγκεκριμένα σχέδια ή αν συστηματικά παραλείπει την τήρηση των κανόνων ασφαλείας των εργαζομένων ή προστασίας του περιβάλλοντος ή αν έληξε η ολική προθεσμία του έργου χωρίς αυτό να έχει αποπερατωθεί.
Ο Ανάδοχος μπορεί να κηρυχθεί έκπτωτος με απόφαση του Προϊσταμένου της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, αν υπερβεί με υπαιτιότητά του, έστω και μία αποκλειστική προθεσμία του εγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος κατά τρίμηνο ή καθυστερήσει την έναρξη των εργασιών, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ημερών από την υπογραφή της σύμβασης3 ή δεν εφαρμόσει μέσα σε δύο μήνες από την υπογραφή της σύμβασης το οργανόγραμμα εργοταξιακής ανάπτυξης.

2. Πριν απ'την έκπτωση κοινοποιείται στον ανάδοχο ειδική πρόσκληση της Διευθύνουσας υπηρεσίας, η οποία μνημονεύει απαραίτητα τις διατάξεις του άρθρου αυτού και περιλαμβάνει συγκεκριμένη περιγραφή ενεργειών ή εργασιών που πρέπει να εκτελεσθούν από τον ανάδοχο μέσα σε προθεσμία που τάσσει η ίδια ειδική πρόσκληση. Η προθεσμία πρέπει να είναι εύλογη σχετικά μ' αυτά που ζητούνται να εκτελεσθούν και πάντως όχι μικρότερη από 10 μέρες. Σε περίπτωση που ζητείται η λήψη μέτρων για την αποτροπή προφανών κινδύνων, όπως αναφέρεται στο Αρθ-45 η προθεσμία που τάσσεται, μπορεί να είναι και μικρότερη των 10 ημερών.

3. Η ειδική πρόσκληση και οι προθεσμίες που τάσσονται με αυτή, δεν ανατρέπουν τις υποχρεώσεις του αναδόχου που απορρέουν από τη σύμβαση για την εμπρόθεσμη εκτέλεση των έργων ή τμημάτων τους και τις συνέπειες από την υπέρβαση των συμβατικών προθεσμιών.

4. Η έκπτωση1 κηρύσσεται με απόφαση του Προϊσταμένου της Διευθύνουσας υπηρεσίας μετά την εκπνοή της προθεσμίας που ορίζεται στην ειδική πρόσκληση και εφόσον ο ανάδοχος δεν συμμορφώθηκε προς όσα διατάσσονται σ' αυτή. Η απόφαση εκδίδεται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας.

5. Η έκπτωση γίνεται οριστική (επικύρωση της έκπτωσης) αν δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα ένσταση ή αν απορριφθεί η ένσταση {η ανατρεπτική προθεσμία για την άσκηση της ένστασης είναι η γενική των 15 ημερών (§1 #12 Ν. 1418/84)}. Η ένσταση που ασκείται εμπρόθεσμα αναστέλλει την απόφαση έκπτωσης μέχρι να εκδοθεί η απόφαση επί της ένστασης. Για την ένσταση αποφασίζει η προϊσταμένη αρχή μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την κατάθεση της ένστασης. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, τεκμαίρεται ματαίωση της έκπτωσης.
Μέσα στην ίδια προθεσμία η έκπτωση μπορεί να αρθεί με αποδοχή της ένστασης και όταν μέχρι την έκδοση της απόφασης στην ένσταση ο ανάδοχος βελτιώσει το ρυθμό ή την ποιότητα της εργασίας του ώστε να μπορεί να συναχθεί άρση των λόγων που οδήγησαν στην έκπτωση. Η Διευθύνουσα υπηρεσία μπορεί πάντα να προτείνει την αποδοχή της ένστασης αν συντρέχουν οι λόγοι του προηγούμενου εδαφίου.

[§3 #26 ΠΔ. 609/85:  Αν ο ανάδοχος δεν προσέλθει για την υπογραφή της σύμβασης ή δεν προσκομίσει τις απαιτούμενες εγγυήσεις για την καλή εκτέλεση της σύμβασης, κηρύσσεται έκπτωτος. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται κοινοποίηση ειδικής πρόσκλησης και καταπίπτει υπέρ του κυρίου του έργου η εγγύηση συμμετοχής στη δημοπρασία ως ειδική ποινή. Η έκπτωση κηρύσσεται με απόφαση του Προϊσταμένου της Διευθύνουσας Υπηρεσίας. Κατά της απόφασης ο ενδιαφερόμενος μπορεί να υποβάλει ένσταση σε ανατρεπτική προθεσμία δέκα ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης. Η υποβολή εμπρόθεσμης ένστασης αναστέλλει την έκπτωση. Στην ένσταση αποφασίζει οριστικά η Προϊσταμένη Αρχή.]

6. Από την έκδοση της απόφασης έκπτωσης μέχρι τον καθορισμό από την προϊσταμένη αρχή του τρόπου εκτέλεσης των υπολειπομένων εργασιών, η Διευθύνουσα υπηρεσία μπορεί να επέμβει προς αποτροπή κινδύνων και να εκτελέσει τα απαιτούμενα έργα με οποιοδήποτε τρόπο σε βάρος και για λογαριασμό του εργολάβου.

7. Ο εργολήπτης που έχει υποβάλει ένσταση είναι υποχρεωμένος να συνεχίζει και να εντείνει τις εργασίες και ιδίως να εκτελεί τις εργασίες που από τη φύση τους δεν πρέπει να διακοπούν ή που ορίζονται ως κατεπείγουσες από την υπηρεσία. Αν δεν συμμορφωθεί ο εργολήπτης μπορεί πάντοτε να εκτελεσθούν οι τελευταίες αυτές εργασίες ή ορισμένες από αυτές με απευθείας ανάθεση σε άλλον εργολήπτη ή μετά από πρόχειρο διαγωνισμό ή και με αυτεπιστασία από την υπηρεσία. Οι εργασίες αυτές, αν δικαιωθεί ο υπό έκπτωση εργολάβος, αφαιρούνται οριστικά από το αντικείμενο της εργολαβίας του, διαφορετικά η εκτέλεση τους γίνεται σε βάρος και για λογαριασμό του.

8. 'Οταν η έκπτωση καταστεί οριστική ο ανάδοχος αποξενούται και αποβάλλεται, καταρχήν, από το έργο και η εργολαβία εκκαθαρίζεται το συντομότερο δυνατόν. Κατεξαίρεση, μπορεί να επιτραπεί στον έκπτωτο ανάδοχο να εκτελέσει συμπληρώσεις ημιτελών εργασιών ώστε αυτές να μπορεί να επιμετρηθούν ή εργασίες για άρση ή αποτροπή κινδύνων. Η απόφαση της έκπτωσης, όπως τελικά διαμορφώνεται με την απόφαση επικύρωσης της, μπορεί να ορίσει αν μηχανήματα και εργοταξιακές εγκαταστάσεις του εκπτώτου θα παραμείνουν στη διάθεση της υπηρεσίας για το έργο μετά την απομάκρυνσή του.

9. Κατά του οριστικά εκπτώτου αναδόχου επέρχονται αθροιστικά οι εξής συνέπειες:
α) γίνεται άμεσα απαιτητό το αναπόσβεστο μέρος της προκαταβολής,
β) καταπίπτει υπέρ του κυρίου του έργου ως ειδική ποινική ρήτρα, μέρος της κατατεθειμένης εγγυήσεως για την καλή εκτέλεση του έργου, που αντιστοιχεί στο λόγο Α/Σ όπου Σ το χρηματικό αντικείμενο της σύμβασης όπως διαμορφώθηκε με τον τελευταίο εγκεκριμένο ανακεφαλαιωτικό πίνακα και Α το ανεκτέλεστο μέρος της σύμβασης, όπως προκύπτει ως διαφορά Σ-Π όπου Π το σύνολο των πιστοποιουμένων εργασιών μέχρι την έκδοση της απόφασης για την έκπτωση. Στους υπολογισμούς αυτούς δεν λαβαίνονται υπόψη οι αναθεωρήσεις τιμών και ποσά για απρόβλεπτα,
γ) καταπίπτουν υπέρ του κυρίου του έργου το σύνολο των ποινικών ρητρών που προβλέπονται για την υπέρβαση της συνολικής προθεσμίας για την αποπεράτωση του έργου. Το αναπόσβεστο μέρος την προκαταβολής με τους τόκους και οι πιο πάνω ποινικές ρήτρες αναζητούνται αμέσως με ισόποση κατάπτωση των αντίστοιχων εγγυητικών επιστολών προκαταβολής και καλής εκτέλεσης. Η διευθύνουσα υπηρεσία υποχρεούται να αναζητήσει τα ποσά αυτά μέσα σε ένα μήνα από την επικύρωση της έκπτωσης. Εκτός από τις πιο πάνω συνέπειες εκτελούνται σε βάρος και για λογαριασμό του έκπτωτου αναδόχου οι υπολειπόμενες εργασίες της εργολαβίας του, όπως ορίζεται στην παρ.13.

10. Για την εκκαθάριση της έκπτωτης εργολαβίας καλείται ο έκπτωτος ανάδοχος να υποβάλει την επιμέτρηση των εργασιών που έχει εκτελέσει. Η διευθύνουσα υπηρεσία μπορεί πάντα να προβεί η ίδια στην επιμέτρηση, καλώντας τον έκπτωτο να παραστεί ή να συνδυάσει την επιμέτρηση με την απογραφή της υπάρχουσας κατάστασης που προηγείται της έναρξης των εργασιών του νέου αναδόχου, σύμφωνα με την παρ.12. Η διευθύνουσα υπηρεσία μπορεί επίσης σε περίπτωση καθυστέρησης του έκπτωτου αναδόχου να συντάξει την επιμέτρηση με ιδιώτη τεχνικό. Η σχετική δαπάνη καταβάλλεται από τις πιστώσεις του έργου σύμφωνα με απόφαση της διευθύνουσας υπηρεσίας και αφαιρείται από τον εκκαθαριστικό λογαριασμό. Η παραπάνω επιμέτρηση, περιλαμβάνει μόνο πλήρεις εργασίες. Κατεξαίρεση ημιτελείς εργασίες και προσκομισθέντα υλικά περιλαμβάνονται στην επιμέτρηση αν κατά την κρίση της υπηρεσίας είναι χρήσιμα για τον κύριο του έργου, ενόψει και των προοπτικών συνέχισης του έργου. Εγκαταστάσεις του έκπτωτου που δεν τις έχει αφαιρέσει όπως και εγκαταστάσεις και μηχανήματα παραμένοντα με διαταγή της υπηρεσίας, δεν περιλαμβάνονται στην επιμέτρηση και το λογαριασμό. Για τα τελευταία γίνεται καταγραφή τους και καταβάλλεται αποζημίωση μεταγενέστερα, όταν αυτά χρησιμοποιηθούν, ανάλογα με το χρόνο χρήσεώς τους.

11. Σε περίπτωση έκπτωσης, η Προϊσταμένη Αρχή καθορίζει αν θα συνεχισθούν τα έργα στο σύνολό τους ή θα εκτελεσθούν μόνο οι εργασίες που κρίνονται αναγκαίες και τον τρόπο εκτέλεσης τους. Οι εργασίες αυτές εκτελούνται είτε με άλλον ανάδοχο που επιλέγεται έπειτα από δημοπρασία με οποιοδήποτε σύστημα υποβολής προσφορών ή με άλλο νόμιμο τρόπο2. Σε περίπτωση συνέχισης των εργασιών με άλλο ανάδοχο, μπορεί η νέα εργολαβία να καταρτισθεί με τα ίδια συμβατικά τεύχη και τους ίδιους όρους της εργολαβίας που κηρύχθηκε έκπτωτη. Σ' αυτή την περίπτωση επιτρέπονται οι ειδικές ρυθμίσεις της επομένης παραγράφου.

12. Η διακήρυξη ή η ανάθεση περιλαμβάνει μνεία των διατάξεων της προηγούμενης και της παρούσας παραγράφου και αναφέρεται στα συμβατικά τεύχη της έκπτωτης εργολαβίας στα οποία επιφέρονται μόνο οι αναγκαίες διορθώσεις (πχ. νέες προθεσμίες). Ως τιμολόγιο της νέας εργολαβίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί το τιμολόγιο και τα πρωτόκολλα νέων τιμών της έκπτωτης εργολαβίας και να γίνουν δεκτές αρνητικές εκπτώσεις, αν είναι αναγκαίες. Ως προϋπολογισμός της νέας εργολαβίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο προϋπολογισμός ή αν υπάρχει, ο τελευταίος ανακεφαλαιωτικός πίνακας της έκπτωτης εργολαβίας απ' τον οποίο έχουν αφαιρεθεί στο σκέλος των ποσοτήτων, οι ποσότητες που περιλαμβάνονται στον τελευταίο λογαριασμό της έκπτωτης εργολαβίας, ή στον εκκαθαριστικό της λογαριασμό αν τυχόν έχει στο μεταξύ συνταχθεί. Αν η επιμέτρηση της έκπτωτης εργολαβίας δεν έχει συνταχθεί, μπορεί η διακήρυξη ή η σύμβαση για τη συνέχιση, να περιλαμβάνει τον όρο ότι θα συνδυασθεί η απογραφή της υπάρχουσας κατάστασης κατά την έναρξη της νέας εργολαβίας με την επιμέτρηση των εργασιών της έκπτωτης. Σ' αυτή την περίπτωση η επιμέτρηση συντάσσεται κατ' αντιπαράσταση των δύο αναδόχων, με παρουσία οργάνων της υπηρεσίας. Η σύνταξη ή επαλήθευση της επιμέτρησης γίνεται από τα λοιπά μέρη έστω κι' αν ο ένας από τους κληθέντες αναδόχους ή και οι δύο δεν προσέλθουν ή αρνηθούν τη σύμπραξη ή την υπογραφή της επιμέτρησης. Η επιμέτρηση συντάσσεται έστω και από μόνη την υπηρεσία και κοινοποιείται στο μέρος ή στα μέρη που δεν συμπράξανε ως πράξη της διευθύνουσας υπηρεσίας για την υποβολή τυχόν ενστάσεων σύμφωνα με το νόμο{η ανατρεπτική προθεσμία για την άσκηση της ένστασης είναι η γενική των 15 ημερών (§1 #12 Ν. 1418/84)}. Η ένσταση κοινοποιείται μέσα στην προθεσμία της άσκησης της και στην άλλη εργοληπτική επιχείρηση, η οποία μπορεί να υποβάλει τυχόν αντιρρήσεις μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία πέντε ημερών. Σε περίπτωση που η έκπτωτη εργολαβία είχε καταρτισθεί με σύστημα που περιλάμβανε κατ' αποκοπή τίμημα, είναι δυνατό να ακολουθηθεί το ίδιο σύστημα για την κατάρτιση της νέας εργολαβίας, οπότε η υπάρχουσα κατάσταση των εργασιών της έκπτωτης εργολαβίας εκτιμάται από τον νέο ανάδοχο για την υποβολή της προσφοράς του, χωρίς ειδικότερη απογραφή.

13. Για την οριστική εκκαθάριση της έκπτωτης εργολαβίας υπολογίζεται και η διαφορά δαπάνης των υπολειπομένων εργασιών που βαρύνει τον έκπτωτο ανάδοχο. Για τον υπολογισμό αυτόν λαβαίνονται υπόψη οι διαφορές ποσοτήτων μεταξύ του τελευταίου εγκεκριμένου συγκριτικού πίνακα της έκπτωτης εργολαβίας και της επιμέτρησης των εργασιών της και ως διαφορές τιμών λαβαίνονται οι διαφορές μεταξύ των τιμών της σύμβασης που καταρτίσθηκε για τη συνέχιση των εργασιών σε σχέση με τις τιμές της έκπτωτης εργολαβίας αναθεωρημένες μέχρι το χρόνο κατάρτισης της νέας σύμβασης. Αν η νέα εργολαβία περιλαμβάνει συνθετότερα ή αναλυτικότερα κονδύλια εργασιών από την έκπτωτη εργολαβία, γίνονται οι αναγκαίες προσαρμογές.
Στη διαφορά προστίθεται και η δαπάνη για τυχόν απολογιστικές εργασίες που εκτελέσθηκαν μέχρι τότε. Από το σύνολο της διαφοράς αφαιρείται η ειδική ποινική ρήτρα της περιπτ.β της παρ.9, αν αυτή είναι μικρότερη. Αν η ποινική ρήτρα είναι μεγαλύτερη αξίωση του κυρίου του έργου εξαντλείται στην ποινική ρήτρα αυτή. 'Οταν η σύμβαση για τη συνέχιση των εργασιών δεν καταρτισθεί μέσα σε ένα χρόνο από την επικύρωση της έκπτωσης, η αξίωση του κυρίου του έργου εξαντλείται επίσης στην πιο πάνω ποινική ρήτρα.

14. Στον εκκαθαριστικό λογαριασμό αφαιρούνται οριστικά οι διαφορές της προηγούμενης παραγράφου, το μέρος των ποινικών ρητρών της παρ.9 που τυχόν δεν έχει εισπραχθεί από εγγυητικές επιστολές και κάθε άλλη εκκαθαρισμένη απαίτηση κατά του έκπτωτου αναδόχου. Αν ο εκκαθαριστικός λογαριασμός είναι αρνητικός, η διαφορά εισπράττεται από το υπόλοιπο των εγγυητικών επιστολών ή επιδιώκεται η είσπραξή της σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τον κύριο του έργου. 'Οταν τα έσοδα του κυρίου του έργου, εισπράττονται ως δημόσια έσοδα, οι σχετικές διαφορές βεβαιώνονται στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο. Εκκαθαριστικός λογαριασμός γίνεται και πριν από τον υπολογισμό της διαφοράς της προηγούμενης παραγράφου για την εφαρμογή της παρ.9. Ο εκκαθαριστικός λογαριασμός επαναλαμβάνεται ως τελικός λογαριασμός μετά την παραλαβή των εργασιών της έκπτωτης εργολαβίας που διενεργείται ως προσωρινή και οριστική το συντομότερο δυνατό κατά προτίμηση από όλες τις άλλες παραλαβές του φορέα κατασκευής.

1. Δεν προσδιορίζεται ο τρόπος γνωστοποίησης της απόφασης έκπτωσης στον ανάδοχο. Καλόν όμως είναι, για ένα τόσο σημαντικό θέμα, η επίδοση της απόφασης να γίνεται με δημόσιο όργανο ή με δικαστικό επιμελητή.

2. Επιτρέπεται η απευθείας ανάθεση ή διαγωνισμός μεταξύ περιορισμένου αριθμού προσκαλούμενων εργοληπτικών επιχειρήσεων στις περιπτώσεις συνέχισης εργασιών μετά από έκπτωση του αναδόχου (§2.γ #4 Ν. 1418/84).

3. "4. Σε κάθε σύμβαση κατασκευής έργου ορίζεται προθεσμία για την περάτωση του στο σύνολο και κατά τμήματα, Μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την υπογραφή της σύμβασης ο ανάδοχος υποβάλλει το χρονοδιάγραμμα κατασκευής του έργου σύμφωνα με τη σύμβαση. Η υπηρεσία εγκρίνει μέσα σε δέκα (10) ημέρες το χρονοδιάγραμμα με τυχόν συμπληρώσεις ή τροποποιήσεις. Η έναρξη των εργασιών του έργου από μέρους του αναδόχου δεν μπορεί να καθυστερήσει πέραν των τριάντα (30) ημερών από την υπογραφή της σύμβασης.
Η μη τήρηση των ανωτέρω προθεσμιών με υπαιτιότητα του αναδόχου συνεπάγεται την επιβολή των διοικητικών και παρεπόμενων χρηματικών κυρώσεων, αποτελεί λόγο έκπτωσης του αναδόχου και για τα αρμόδια όργανα του φορέα κατασκευής αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις της πορ. 9 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου..." (§4 #5 Ν. 1418/84)

#6 Ν. 3263/2004

Έκπτωση του αναδόχου

1. αν ο ανάδοχος δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή δεν συμμορφώνεται με τις γραπτές εντολές της υπηρεσίας, που είναι σύμφωνες με τη σύμβαση ή το νόμο, κηρύσσεται έκπτωτος από την εργολαβία.

2. Η διαδικασία έκπτωσης κινείται υποχρεωτικά κατά του αναδόχου, αν συντρέχει μια από τις παρακάτω περιπτώσεις:

α) Καθυστερήσει υπαίτια, πέραν του μηνός από της υπογραφής της συμβάσεως:

i. την έναρξη των εργασιών ή

ii. την υποβολή του αναλυτικού χρονοδιαγράμματος, σύμφωνα και με τα προβλεπόμενα στη σύμβαση.

β) Υπερβεί, με υπαιτιότητά του, για χρόνο περισσότερο του μηνός, τον προβλεπόμενο στη σύμβαση χρόνο για την ολοκλήρωση της εργοταξιακής του ανάπτυξης.

γ) Υπερβεί με υπαιτιότητά του, κατά δύο τουλάχιστον μήνες, έστω και μια αποκλειστική προθεσμία του εγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος. Κατ' εξαίρεση, αν η εκτέλεση των εργασιών καθυστερεί, αλλά ο ανάδοχος έχει ήδη εκτελέσει εργασίες που αντιστοιχούν σε ποσοστό τουλάχιστον ογδόντα τοις εκατό (80%) του συμβατικού αντικειμένου, όπως έχει διαμορφωθεί με τις τυχόν υπογραφείσες συμπληρωματικές συμβάσεις, είναι δυνατή η χορήγηση παράτασης των προθεσμιών προς το συμφέρον του έργου, έστω κι αν η καθυστέρηση των εργασιών οφείλεται σε υπαιτιότητά του. Η παράταση χορηγείται στην περίπτωση αυτή χωρίς αναθεώρηση τιμών και με επιβολή των προβλεπόμενων στις διατάξεις του Άρθρου 5 του παρόντος ποινικών ρητρών.

δ) Οι εργασίες του είναι κατά σύστημα κακότεχνες ή τα υλικά που χρησιμοποιεί δεν ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές. Για να κηρυχθεί ο ανάδοχος έκπτωτος για το λόγο αυτόν πρέπει να έχει προηγηθεί, τουλάχιστον μια φορά, η εφαρμογή των διατάξεων του Άρθρου 46 του π.δ. 609/1985 για την αποκατάσταση των κακοτεχνιών του έργου και να έχει απορριφθεί, στα πλαίσια της εφαρμογής των διατάξεων αυτών, η ένσταση του αναδόχου.

ε) Παρεκκλίνει επανειλημμένα από τα εγκεκριμένα σχέδια ή παραλείπει συστηματικά την τήρηση των κανόνων ασφαλείας των εργαζομένων ή προστασίας του περιβάλλοντος. Για να κινηθεί η διαδικασία έκπτωσης στην περίπτωση αυτή απαιτείται η κοινοποίηση δυο (2) τουλάχιστον σχετικών εγγράφων προειδοποιήσεων της Διευθύνουσας Υπηρεσίας προς τον ανάδοχο.

3. Η περίπτωση γ' της ανωτέρω παραγράφου εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση παραβίασης των ενδεικτικών προθεσμιών της παρούσας παραγράφου. Για την εφαρμογή της καθορίζονται υποχρεωτικά στη σύμβαση και κατά την περίοδο έναρξης των εργασιών εκτέλεσης, ενδεικτικές τμηματικές προθεσμίες ανά έναν ή το πολύ δύο μήνες ανάλογα με το μέγεθος του έργου και τις συνθήκες εκτέλεσης. Οι ως άνω υποχρεωτικές ενδεικτικές προθεσμίες τίθενται για το διάστημα από την υπογραφή της σύμβασης μέχρι το πέρας του ενός τετάρτου (1/4) της αρχικής συμβατικής προθεσμίας περαίωσης. Το χρονικό αυτό διάστημα δεν μπορεί να είναι μικρότερο από έξι (6) μήνες.

4. αν υφίσταται λόγος έκπτωσης, κοινοποιείται στον ανάδοχο ειδική πρόσκληση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, η οποία αναφέρεται απαραίτητα στις διατάξεις του Άρθρου αυτού και περιλαμβάνει συγκεκριμένη περιγραφή ενεργειών ή εργασιών που πρέπει να εκτελέσει ο ανάδοχος μέσα στην τασσόμενη προθεσμία. Η τασσόμενη προθεσμία πρέπει να είναι εύλογη, ήτοι ανάλογη του χρόνου που απαιτείται κατά την κοινή αντίληψη για την εκτέλεση των εργασιών ή των ενεργειών. Δεν μπορεί πάντως να είναι μικρότερη από δέκα (10) ημέρες, ούτε και μεγαλύτερη από τριάντα (30) ημέρες. Όταν ζητείται η λήψη μέτρων για την αποτροπή επείγοντος κινδύνου, η προθεσμία που τάσσεται μπορεί να είναι μικρότερη των δέκα (10) ημερών.

5. Παρά την κοινοποίηση της ειδικής πρόσκλησης και τις προθεσμίες που τάσσει για την εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών ή ενεργειών, ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να τηρεί τις εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις του για την εμπρόθεσμη εκτέλεση των έργων ή τμημάτων του και υφίσταται τις νόμιμες συνέπειες από την τυχόν υπέρβαση των συμβατικών προθεσμιών.

6. αν η προθεσμία που τέθηκε με την ειδική πρόσκληση παρήλθε χωρίς ο ανάδοχος να συμμορφωθεί με το περιεχόμενό της, κηρύσσεται έκπτωτος αμέσως και πάντως πριν την παρέλευση δεκαπέντε (15) ημερών από την πάροδο της προθεσμίας, με απόφαση του Προϊσταμένου της Διευθύνουσας Υπηρεσίας. Στην απόφαση προσδιορίζονται οι εργασίες και ενέργειες που τυχόν εκτέλεσε ο ανάδοχος σε συμμόρφωση προς την ειδική πρόσκληση και αιτιολογείται η έκπτωση με αναφορά στις εργασίες που δεν εκτέλεσε και ενέργειες που δεν συμμορφώθηκε.

7. αν κατά της απόφασης έκπτωσης δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα ένσταση ή αν απορριφθεί η ένσταση από την αρμόδια προς τούτο Προϊσταμένη αρχή, η έκπτωση καθίσταται οριστική. αν ασκηθεί εμπρόθεσμα ένσταση, αναστέλλονται οι συνέπειες της έκπτωσης μέχρι αυτή να οριστικοποιηθεί και ο ανάδοχος υποχρεούται να συνεχίσει τις εργασίες της εργολαβίας. Η απόφαση επί της ένστασης εκδίδεται, μετά γνώμη του αρμόδιου Τεχνικού Συμβουλίου, από την Προϊσταμένη αρχή και κοινοποιείται υποχρεωτικά, εντός δύο (2) μηνών από την κατάθεσή της. Η τυχόν αποδοχή ή απόρριψη της ένστασης αιτιολογείται, μεταξύ δε των λόγων αποδοχής μπορεί να περιλαμβάνεται και η καταφανής βελτίωση του ρυθμού ή της ποιότητας των εκτελούμενων εργασιών, ώστε να πιθανολογείται βάσιμα η έγκαιρη και έντεχνη εκτέλεση του έργου. αν η ανωτέρω δίμηνη προθεσμία παρέλθει άπρακτη, κινείται η πειθαρχική διαδικασία κατά των υπαιτίων υπαλλήλων κατά το Άρθρο 10 του παρόντος, για την επιβολή ποινών αναλόγων προς τις επιπτώσεις της αμέλειάς τους στα συμφέροντα του κυρίου του έργου, επιπλέον δε, ο ανάδοχος υποχρεούται να διακόψει τις εργασίες, έως ότου εκδοθεί ρητή απόφαση της Προϊσταμένης αρχής επί της ενστάσεώς του. Για το χρόνο διάρκειας της διακοπής δικαιούται ισόποση παράταση προθεσμίας με αναθεώρηση, εφόσον η ένστασή του γίνει τελικά αποδεκτή, ενώ η διακοπή των εργασιών δεν αποτελεί λόγο για τη διάλυση της σύμβασης. Ουδεμία εργασία εκτελούμενη μετά την ημέρα της κατά τα άνω υποχρεωτικής διακοπής των εργασιών και μέχρι της τυχόν θετικής για τον ανάδοχο αποφάσεως πιστοποιείται για πληρωμή. Μόλις οριστικοποιηθεί η έκπτωση, η Προϊσταμένη αρχή υποχρεούται να ενημερώσει εγγράφως τη Διεύθυνση Μητρώων και Τεχνικών Επαγγελμάτων της Γενικής Γραμματείας Δημόσιων Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων.

8. αν μετά την κήρυξη της έκπτωσης και πριν την οριστικοποίησή της ο ανάδοχος εξακολουθεί να παραμελεί τις υποχρεώσεις του, η Διευθύνουσα Υπηρεσία μπορεί να επέμβει για την αποτροπή ενδεχόμενων κινδύνων για το έργο και εκτελεί τις απαιτούμενες προς τούτο εργασίες σε βάρος και για λογαριασμό του αναδόχου. Επίσης εκτελεί τις απαραίτητες κατεπείγουσες εργασίες μετά την οριστικοποίηση της έκπτωσης και μέχρι τον καθορισμό του τρόπου εκτέλεσης των υπολειπόμενων εργασιών, από την αρμόδια Προϊσταμένη αρχή. Η εκτέλεση των εργασιών της παραγράφου αυτής γίνεται με απευθείας ανάθεση σε άλλον εργολήπτη ή με πρόχειρο διαγωνισμό ή με αυτεπιστασία.

9. αν η έκπτωση καταστεί οριστική, ο ανάδοχος αποξενώνεται και αποβάλλεται αμέσως από το έργο και η εργολαβία εκκαθαρίζεται το συντομότερο δυνατό.

Κατ' εξαίρεση, μπορεί να επιτραπεί στον έκπτωτο ανάδοχο να συμπληρώσει ημιτελείς εργασίες, ώστε να καταστεί δυνατή η επιμέτρησή τους ή να εκτελέσει εργασίες προς άρση ή αποτροπή κινδύνων.

10. Κατά του οριστικά έκπτωτου αναδόχου επέρχονται αθροιστικά οι εξής συνέπειες, τις οποίες υποχρεούται να υλοποιήσει η Διευθύνουσα Υπηρεσία εντός μηνός από την οριστικοποίηση της έκπτωσης:

α) Καθίσταται άμεσα απαιτητό το αναπόσβεστο μέρος της προκαταβολής προσαυξημένο με τους νόμιμους τόκους και εισπράττεται από τον κύριο του έργου με κατάπτωση ανάλογου ποσού της αντίστοιχης εγγύησης.

β) Καταπίπτει υπέρ του κυρίου του έργου, ως ειδική ποινική ρήτρα, το σύνολο των εγγυήσεων για την καλή εκτέλεση του έργου, όπως ορίζονται στο Άρθρο 4.

γ) Καταπίπτει το σύνολο των ποινικών ρητρών που προβλέπονται για την υπέρβαση της συνολικής προθεσμίας περαίωσης του έργου και για τις τμηματικές προθεσμίες. Οι ποινικές ρήτρες περιλαμβάνονται στον εκκαθαριστικό λογαριασμό της έκπτωτης εργολαβίας.

11. Για την εκκαθάριση της εργολαβίας καλείται ο έκπτωτος ανάδοχος να υποβάλει μέσα σε έναν (1) μήνα την επιμέτρηση των εργασιών που έχει εκτελέσει αν αμελήσει την υποχρέωσή του αυτή, η Διευθύνουσα Υπηρεσία προβαίνει η ίδια ή αναθέτει σε ιδιώτη μηχανικό τη σύνταξη της επιμέτρησης, καλώντας τον έκπτωτο ανάδοχο να παραστεί. Η επιμέτρηση ελέγχεται και εγκρίνεται από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία εντός μηνός από της υποβολής της και κοινοποιείται στον έκπτωτο ανάδοχο, ο οποίος μπορεί να υποβάλλει ένσταση εντός δεκαπέντε (15) ημερών. Το ίδιο ισχύει αναλογικά και αν η επιμέτρηση συνταχθεί με επιμέλεια της Διευθύνουσας Υπηρεσίας.
Επί της ένστασης αποφαίνεται η Προϊσταμένη αρχή εντός δύο (2) μηνών από την υποβολή της. αν η επιμέτρηση ανατεθεί προς σύνταξη σε ιδιώτη μηχανικό, η σχετική δαπάνη καταβάλλεται από τις πιστώσεις του έργου με απόφαση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας και περιλαμβάνεται στον εκκαθαριστικό λογαριασμό της έκπτωτης εργολαβίας. Η επιμέτρηση περιλαμβάνει μόνο ολοκληρωμένες εργασίες. Κατ' εξαίρεση ημιτελείς εργασίες και εισκομισθέντα στο εργοτάξιο υλικά περιλαμβάνονται στην επιμέτρηση, αν κατά την κρίση της υπηρεσίας είναι χρήσιμα για τον κύριο του έργου, εν όψει της προοπτικής συνέχισής του.

12. Στον εκκαθαριστικό λογαριασμό περιλαμβάνεται το σύνολο των ποινικών ρητρών της παραγράφου 10 του παρόντος Άρθρου και κάθε άλλη εκκαθαρισμένη απαίτηση κατά του έκπτωτου αναδόχου. αν ο εκκαθαριστικός λογαριασμός είναι αρνητικός, η διαφορά εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την είσπραξη των απαιτήσεων του κυρίου του έργου. αν κατά την παραλαβή των εργασιών της έκπτωτης εργολαβίας, που διενεργείται ταυτόχρονα ως προσωρινή και οριστική, προκύψουν διαφορές στα ποσά του εκκαθαριστικού λογαριασμού, συντάσσεται νέος τελικός λογαριασμός, αλλιώς ο εκκαθαριστικός λογαριασμός ισχύει ως τελικός.

13. αν, μετά την οριστικοποίηση της έκπτωσης, η Προϊσταμένη αρχή αποφασίσει την ολοκλήρωση του έργου, προσκαλεί τον επόμενο κατά σειρά μειοδότη του διαγωνισμού, στον οποίο αναδείχθηκε ο έκπτωτος ανάδοχος και του προτείνει να αναλάβει αυτός το έργο ολοκλήρωσης της έκπτωτης εργολαβίας, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις και βάσει της προσφοράς που υπέβαλε στο διαγωνισμό. Η σύμβαση εκτέλεσης συνάπτεται εφόσον εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση της πρότασης περιέλθει στην Προϊσταμένη αρχή έγγραφη και ανεπιφύλακτη αποδοχή της. Η άπρακτη πάροδος της προθεσμίας θεωρείται ως απόρριψη της πρότασης. αν ο ανωτέρω μειοδότης δεν δεχθεί την πρόταση σύναψης σύμβασης, η Προϊσταμένη αρχή προσκαλεί τον επόμενο κατά σειρά μειοδότη, ακολουθώντας κατά τα λοιπά την ίδια διαδικασία. Εφόσον και αυτός απορρίψει την πρόταση, η Προϊσταμένη αρχή για την ανάδειξη αναδόχου στο έργο προσφεύγει κατά την κρίση της είτε στην ανοιχτή δημοπρασία είτε στη διαδικασία με διαπραγμάτευση, κατά τις οικείες διατάξεις.

Η διαδικασία της παραγράφου αυτής δεν εφαρμόζεται μόνο εφόσον η Προϊσταμένη αρχή κρίνει αιτιολογημένα ότι οι παραπάνω προσφορές δεν είναι ικανοποιητικές για τον κύριο του έργου, ενώ μπορεί να εφαρμόζεται αναλογικά και σε περίπτωση ολοκλήρωσης έργου, ύστερα από αυτοδίκαιη διάλυση της σύμβασης κατόπιν πτώχευσης του αναδόχου ή διάλυση με υπαιτιότητα του κυρίου του έργου κατά τις κείμενες διατάξεις.

14. Η διαδικασία ανάθεσης της προηγούμενης παραγράφου τηρείται, επιφυλασσομένων σε κάθε περίπτωση των διατάξεων της Κοινοτικής Νομοθεσίας, αν το κόστος των υπολειπόμενων για την ολοκλήρωση της εργολαβίας εργασιών υπερβαίνει το εκάστοτε ισχύον όριο εφαρμογής της.

 
Επεξήγηση βραχυγραφιών


© 2004 Μπάμπης Κουτρούλης. Η επίσκεψη στις σελίδες αυτές προϋποθέτει την αποδοχή των «Όρων Χρήσης»